Όλοι κρύβουν πόνο σε μια γωνίτσα της καρδιάς τους. Ακόμη και ο πιο χαρούμενος άνθρωπος, το ξέρω, κλαίει. Θλίψη, μελαγχολία; Όχι, δεν θα το έλεγα. Φταίει χρόνος που περνάει και μας μεγαλώνει. Η εμπειρία που τα κάνει όλα πιο δύσκολα, λιγότερο αγνά, λιγότερο καινούρια.

Δεν με νιώθεις κι έτσι δεν περιμένω να με καταλάβεις. Είμαι μαζί σου και είμαι μόνη μου. Όπως πάντα. Σε παρατηρώ να κινήσε δίπλα μου, να υπάρχεις. Υπάρχεις και υπάρχω. Κάπου πιο πίσω. Κρυμμένη στη σκιά. Χαζεύοντας το φως σου. Γέλα, τραγούδα, χόρεψε. Ο κόσμος είναι δικός σου.

Εγώ γεννήθηκα από σκοτεινή μάνα που με κρατάει για πάντα μακρυά από αυτό που εσύ τόσο απλά χαίρεσαι. Το αυθόρμητό σου προσποιητά δεν πετυχαίνω. Ξεβαμμένη χρυσή μπογιά σε μαύρα μαλλιά. Προσπαθώ να σκοτώσω το σκοτάδι μου και ματώνω. Το σκοτάδι έχει ντυθεί το δέρμα μου.

Δεν μπορώ να αλλάξω. Γεννήθηκα για να είμαι μόνη μου. Να χαζεύω τη χαρά σου. Και να χαμογελώ κι εγώ καμιά φορά χωρίς ελπίδα. Γιατί ναι, ακόμη και η ελπίδα πεθαίνει καμιά φορά. Και αν σε ρωτήσουν πες. Πες πως εγώ την σκότωσα. Πέθανε εκείνη λίγο πριν από έμενα. Τη στιγμή που κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και αυτό που αντίκρισα ήταν ένα τέρας.