Εκεί αποφάσισε να ζήσει. Εκεί την οδήγησε ο χωρισμός. Σε μια γωνιά του μυαλού της. Σε μια αχανή έρημο. Μόνη της. Ψυχή γύρω της. Κάθησε σ’ ένα περβάζι και χάζευε την σκιά που δημιουργούσε το κορμί της χάμω στη γη. Μια μαύρη σιλουέτα διέκρινε μόνο. Για ώρες. Για μέρες. Εκεί. Ακίνητη. Μέχρι που δέχτηκε μια επίσκεψη. Εκείνος, ολοζώντανος, μπροστά της. Της πρόσφερε αμίλητος ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα. Τα έσφιξε στην αγκαλιά της. Τα τριαντάφυλλα έγιναν κόκκινα. Της ξέσκισαν τη σάρκα. Έπεσε κάτω λιπόθυμη. Το λευκά τριαντάφυλλα της ζωής βάφτηκαν κόκκινα. Το κόκκινο λειβάδι του στο οποίο τόσο καιρό ταξίδευε με τις σκέψεις της. Τα πέταλα μαράθηκαν κι έπεσαν στην γη. Σκόρπισαν. Σκόρπισε. Κοιμήθηκε. Ίσως για πάντα. Για όσους πιστεύουν στο «για πάντα…»

Η ώρα 22.22 το βράδυ. Τα φύλλα που θροϊζουν στο πέρασμα του ανέμου είναι τα μόνα που σπάνε την ηρεμία αυτής της φθινοπωρίνης νύχτας. Δύο άνθρωποι βρίσκονται εκεί. Αμίλητοι. Πάνω σε μία οικοδομή στο Παλιό Φάληρο. Τέρμα κορυφή, στην ταράτσα. Βλέποντας την πόλη που ποτέ δεν σταματάει να κινείται. Και ‘κεινη έχει αργήσει.

Γιώργος: Ακούονται βήματα στις σκάλες.

Μάνος: Καιρός ήταν.

ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ

Η Φαίδρα κάνει την εμφάνισή της. Καιρό, πολύ καιρό μετά… Θα λεγε κανείς ότι είχαν σχεδόν ξεχάσει.

Μοιάζει ίδια. Ακριβώς όπως και τότε. Ένα χρόνο πριν. Και ένας χρόνος, όσο και αν δεν του φαίνεται, είναι καιρός πολύς… Και ‘κείνη ένας άγγελος με μόνιμο φυλαχτό το δώρο ενός δαίμονα. Ενα ζευγάρι γατίσια μελί μάτια με φόντο πορφυρά σγουρά μαλλιά. Όμορφη, φαινομενικά ακίνδυνη, αθώα επικινδύνη. 1 χρόνο μετά. Τους διακρίνει στο βάθος και προχωράει προς το μέρος τους.

ΑΜΗΧΑΝΙΑ

Χαμογελάει, τους φιλάει γλυκά στόμα, πρώτα τον Πέτρο και μετά τον Πάρη. Κάθεται ανάμεσα τους αμίλητη και χαμογελάει. Ανοίγει την τσάντα της, βγάζει μια μπύρα και κατεβάζει μια μεγάλη γουλιά. Καλοκαίρι και ζέστη. Μήνας Ιούλιος και η Αθήνα καμίνι.

Μέσα σε δευτερόλεπτα σπάει την σιωπή της.

« Τί κάνετε ρε παιδιά; Έχω καιρό να σας δω! Δηλαδή τί καιρό, σαν να ‘ναι χρόνια από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Και πάλι σε οικοδομή ήταν η τελευταία συνάντηση αν θυμάμαι καλά.» λέει η Φαίδρα κλείνοντας το μάτι στο Πάρη.

Πάρης: Θυμάσαι μικρή ε;

Φαίδρα: Πλέον ποτέ δεν ξεχνάω. Θυμάσαι τί μου λέγες; Το δούλεψα το προβληματάκι με το μνημονικό μου. ;)

Πέτρος: Δεν το περίμενα ότι θα ‘ρχοσουν να μας δεις.

Φαίδρα: Δεν θα το έχανα για τίποτα στον κόσμο. Η συμφωνία είναι πάντα συμφωνία. Και υποσχέθηκα τότε ότι θα ‘ρχομουν για μια τελευταία συνάντηση.

Πάρης:  Μωρό, συγγνώμη. Έχεις συγχωρέσει;

Φαίδρα: Ποτέ.

Συνεχίζεται…