Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Η σημερινή μέρα ξεκίνησε περίεργα. Είχα ένα προαίσθημα, όχι κακό αλλά ενοχλητικό θα έλεγα. Ένιωθα κάπως άβολα χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Ετοιμάζομαι για έξοδο. Ίσως να έφταιγαν και τα άτομα με τα οποία είχα κανονίσει να βγω απόψε το βράδυ. Μπορεί και να ήταν αυτός ο λόγος και απλά να μην ήθελα να παραδεχτώ από που προερχόταν αυτό το σφίξιμο στο στομάχι.

Ετοιμάζομαι και κατευθύνομαι προς την στάση του λεωφορείου. Τα φώτα από τα αυτοκίνητα φαντάζουν περίεργα στα μάτια μου. Σαν να ξεχώριζω τις δεσμίδες φωτός σε μικρά σωματίδια που εκτοξεύονταν από τις λάμπες σε ευθείες γραμμές. Φτάνει το λεωφορείο. Πάλι ένας από τους σιχαμένους βρωμιάρηδες οδηγούς της περιοχής που κυκλοφορούν με άκοφτα μαύρα νύχια. Κάθομαι στη θέση μου και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ακούω μουσική, ερχόταν από μέσα από το λεωφορείο. Κάτι χαζοχαρούμενοι τύποι σε ένα σόου στην τηλεόραση χόρευαν και τραγουδούσαν. Και όλοι γέλαγαν και έδειχναν χαρούμενοι. Όλα ψέμματα.

Φτάνω στο γραφείο για να συναντήσω τα άτομα που θα βγαίναμε. Εγώ, ο Κάσπερ, ο Λάιμ και… η Ιβέτα. Στο λαιμό μου κάθεται και της κάθομαι. Κι όμως βγαίνουμε όλοι μαζί σήμερα. Το παίζουμε ανώτερες και οι δύο. Μαλακίες. Αφού ξέρουμε ότι η μία δεν χωνεύει την άλλη. Τί ανωτερότητες και βλακείες. Ξέρω ότι με έθαβε από πίσω μου. Αλλά η ανάγκη του να βγω ήταν πολύ πιο έντονη. Και ίσως να της μπω και λίγο στο μάτι. Να της επιβάλλω την ‘ενοχλητική’ για ‘κεινη παρουσία μου. Ξέροντας ότι δεν ξέρει ότι γνωρίζω τί έκανε από πίσω μου.

Η ‘χαζή’ και ‘μικρή’ αντεπιτίθεται… Όμως η μικρή δεν διασκεδάζει εκεί. Νιώθει ασφυκτικά και θέλει να φύγει. Θέλει να ουρλιάξει ότι είστε όλοι ένα μάτσο μαλάκες και να σηκωθεί να φύγει. Όμως δεν το κάνει. Κάθεται και ψιλοκουβεντιάζει, χαζογελάει παίζοντας για μία ακόμη φορά θέατρο, προσποιούμενη ότι όλα είναι, ότι όλα πάνε καλά.

Όμως… ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι καλά! Μου τη δίνει να με κοροϊδεύουν, μου τη δίνει να το παίζω χαζή και ότι δεν ξέρω τίποτα για να μη δημιουργώ ‘θέμα’ και καυγάδες. Μου τη δίνει που με θεωρούν βούρλο απλά και μόνο επειδή δεν μιλάω πολύ όπως οι υπόλοιποι.

ΔΕΝ μιλάω γιατί απλά δεν έχω τίποτα να σας πω. Γιατί απλά αυτά που κουβεντιάζετε με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Μου τη δίνει που πρέπει να κάνω κάποια πράγματα απλά και μόνο για να ‘ταιριάζω’. Μου τη δίνει που δεν μπορώ να επιβληθώ στον εαυτό μου και για να μην είμαι μόνη μου κάνω πράγματα που στο τέλος με κάνουν να συνειδητοποιώ ότι είμαι ακόμη πιο ΜΟΝΗ.

Μου τη δίνει που δεν έχω το θράσος να σου πω ότι ξέρω ότι με έθαβες, ότι ξέρω σε ποιους έλεγες τί, ότι μη μου το παίζεις εμένα καλή από τη στιγμή που δεν αντέχεις ούτε καν να με βλέπεις και ότι ξέρω τί και γιατί ζηλεύεις. Και ότι όλο αυτό είναι δικό σου πρόβλημα και ποσώς με ενδιαφέρει φτάνει να ΜΗ με ενοχλείς. Μην ασχολείσαι μαζί μου. Βούλωσέ το για να μη σε κάνω να σωπάσεις μια και καλή.

Όμως μάλλον είμαι δειλή. Και δεν είναι εξυπνάδα όπως με βολεύει να το ονομάζω. Ειναι αδυναμία. Δεν έχω τα κότσια να αντιδράσω κάποιες φορές και τους αφήνω να λένε και να κάνουν τα δικά τους αμέριμνοι θεωρόντας ότι δεν ξέρω, ότι δεν καταλαβαίνω. Όμως πανάθεμά με ξέρω. Τις περισσότερες φορές καλώς ή κακώς τυχαίνει και ξέρω τί γίνεται. Υπάρχουν και άνθρωποι που πραγματικά με συμπαθούν. Αν και τις περισσότερες φορές ανήκουν στο άλλο φύλο…

Όλοι κρύβουν πόνο σε μια γωνίτσα της καρδιάς τους. Ακόμη και ο πιο χαρούμενος άνθρωπος, το ξέρω, κλαίει. Θλίψη, μελαγχολία; Όχι, δεν θα το έλεγα. Φταίει χρόνος που περνάει και μας μεγαλώνει. Η εμπειρία που τα κάνει όλα πιο δύσκολα, λιγότερο αγνά, λιγότερο καινούρια.

Δεν με νιώθεις κι έτσι δεν περιμένω να με καταλάβεις. Είμαι μαζί σου και είμαι μόνη μου. Όπως πάντα. Σε παρατηρώ να κινήσε δίπλα μου, να υπάρχεις. Υπάρχεις και υπάρχω. Κάπου πιο πίσω. Κρυμμένη στη σκιά. Χαζεύοντας το φως σου. Γέλα, τραγούδα, χόρεψε. Ο κόσμος είναι δικός σου.

Εγώ γεννήθηκα από σκοτεινή μάνα που με κρατάει για πάντα μακρυά από αυτό που εσύ τόσο απλά χαίρεσαι. Το αυθόρμητό σου προσποιητά δεν πετυχαίνω. Ξεβαμμένη χρυσή μπογιά σε μαύρα μαλλιά. Προσπαθώ να σκοτώσω το σκοτάδι μου και ματώνω. Το σκοτάδι έχει ντυθεί το δέρμα μου.

Δεν μπορώ να αλλάξω. Γεννήθηκα για να είμαι μόνη μου. Να χαζεύω τη χαρά σου. Και να χαμογελώ κι εγώ καμιά φορά χωρίς ελπίδα. Γιατί ναι, ακόμη και η ελπίδα πεθαίνει καμιά φορά. Και αν σε ρωτήσουν πες. Πες πως εγώ την σκότωσα. Πέθανε εκείνη λίγο πριν από έμενα. Τη στιγμή που κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και αυτό που αντίκρισα ήταν ένα τέρας.

Κάποια τραγούδια είναι ‘ποίηση’. Ίσως και το μόνο είδος ποίησης που πραγματικά με αγγίζει.

Το παρακάτω τραγούδι αφιερωμένο σε όλους τους φίλους & έρωτες που έχασα στη διαδρομή απλά γιατί… οι άνθρωποι αλλάζουν. Μεγαλώνουν & αλλάζουν. Και παύουν να αισθάνονται, να ανταποκρίνονται, να συγχωρούν. Τα συναισθήματα και οι εικόνες των ανθρώπων με τον καιρό ξεθωριάζουν. Συγγνώμη σε όσους ξέχασα, σε όσους δεν συγχώρησα, σε όσους άφησα πίσω μου… Συγγνώμη για την αντίδρασή μου όταν συναντιόμαστε τυχαία. Δυστυχώς ή ευτυχώς τα τωρινά πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω. Δεν μου προκαλούν καμία συγκίνηση. Προτιμώ τις φωτογραφίες…

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
Στίχοι : Μιχαλης Γκανάς

Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε,
Τα χέρια θα περάσουμε στούς ώμους,
παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε
ονόματα και βλέμματα και δρόμους.

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
που θυμάσαι και θυμάμαι,
τίποτα δεν χάθηκε ακόμα
όσο ζούμε και πονάμε.
Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
μόνο τρόπο να κοιτάνε.

Κι αν άλλαξαν οι φίλοι μας λιγάκι
αλλάξαμε κι εμείς με τη σειρά μας,
χαθήκαμε μια νύχτα στο Παγκράτι
αλλά βλεπόμαστε στα όνειρα μας.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Τα χρόνια είναι διαδρομές κι εμείς οδοιπόροι.
Χαράζοντας πορεία.
Που και που σταματάμε λίγο να ξαποστάσουμε.
Και καμιά φορά, κοιτάμε πίσω.
Τον δρόμο που αφήσαμε.

Πόσα δεν βλέπουμε
πόσα δεν θυμόμαστε
απ’ όσα κάποτε ζήσαμε.

Αν όμως είχαμε φτερά
θα πετούσαμε ψηλά στον ουρανό.
Κι εκεί, από διαφορετική οπτική γωνία
θα βλέπαμε την διαδρομή μας,
το κάθε δρομάκι, την κάθε στροφή.

ΟΣΑ ΚΑΠΟΤΕ ΖΗΣΑΜΕ

ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΜΕ

Το θέμα όμως είναι…

Εάν η λήθη είναι αυτή που φέρνει την ευτυχία
τότε πραγματικά χαίρομαι που γεννήθηκα με τα πόδια γερά
καρφωμένα στην γη και το βλέμμα μου στραμμένο στον
ουρανό ονειρευόμενη το αύριο…